βιασύνη


βιασύνη
[вьясини] ουσ Θ. поспешность.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "βιασύνη" в других словарях:

  • βιασύνη — η η βιάση, η σπουδή, η ανυπομονησία: Από τη βιασύνη του να φύγει άφησε όλα τα χρήσιμα έγγραφα πάνω στο γραφείο του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βιασύνη — η [βιάζομαι] ανυπομονησία, σπουδή …   Dictionary of Greek

  • επισπεύδω — (AM ἐπισπεύδω) [σπεύδω] ενεργώ ώστε να γίνει κάτι σε συντομότερο χρόνο («επισπεύδει την αναχώρηση», «επισπεύδει την ψήφιση τού νόμου», «ἐπισπεύδων τὸ δρᾶν», Σοφ.) αρχ. 1. παροτρύνω, προτρέπω («οὐκ ἀποτρέπειν, ἀλλ’ ἐπισπεύδειν τὴν στρατείαν»,… …   Dictionary of Greek

  • σπουδή — Η βιασύνη, η βιάση. Στον πληθυντικό σπουδές = η μελέτη για κάποια επιστημονική κατάρτιση. Ο όρος χρησιμοποιείται και στις καλές τέχνες, κυρίως στη ζωγραφική, τη γλυπτική και τη μουσική. Στις δυο πρώτες, σ. είναι το σχέδιο που φιλοτεχνεί ο… …   Dictionary of Greek

  • συνδιώκω — Α 1. καταδιώκω κάποιον μαζί με άλλον, βοηθώ και εγώ στην καταδίωξη κάποιου 2. κατηγορώ κάποιον από κοινού με άλλον 3. παθ. συνδιώκομαι α) συμπιέζομαι, στρυμώχνομαι β) πιέζομαι («ἂν μὴ σφόδρα ὑπό τινος ἀνάγκης συνδιωκώμεθα», Λογγίν.) γ) κυριεύομαι …   Dictionary of Greek

  • God Save the Queen — This article is about the anthem. For other uses, see God Save the Queen (disambiguation). God Save the Queen Publication of an early version in The Gentleman s Magazine, 15 October 1745. The title, on the Contents page, is given as God save our… …   Wikipedia

  • -σύνη — παραγωγική κατάλ. αφηρημένων ουσ. όλων τών περιόδων τής ελλην. γλώσσας. Κατά την επικρατέστερη άποψη, ανάγεται στη συνεσταλμένη βαθμίδα μιας ΙΕ ρίζας στην οποία ανάγονται επίσης τα: αρχ. ινδ. tvanam, αβεστ. θwanәm. Αρχικά, τα θηλ. ον. σε σύνη… …   Dictionary of Greek

  • αβίαστα — επίρρ. [βιάζω] 1. χωρίς βιασύνη 2. ευχάριστα, άνετα, χωρίς κόπο 3. χωρίς πίεση ή εξαναγκασμό …   Dictionary of Greek

  • αγλάκητα — και –ηχτα επίρρ. χωρίς τρέξιμο, χωρίς βιασύνη. [ΕΤΥΜΟΛ. < α στερητ. + γλακητά] …   Dictionary of Greek

  • ανιδρωτί — ἀνιδρωτί επίρρ. (Α) 1. χωρίς ιδρώτα 2. μτφ. άκοπα, ανενόχλητα 3. χωρίς βιασύνη, με νωθρότητα …   Dictionary of Greek